Πέμπτη, 27 Απριλίου 2006

ΕΝΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΠΛΑΝΙΕΤΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ


Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη: το φάντασμα της παγκοσμιοποίησης…
Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια παράξενη συμμαχία για να κρατήσουν ζωντανό αυτό το φάντασμα. Οι Άγγλοι εργατικοί, οι δεξιοί Ιταλοί μαζί με τους Κομμουνιστές, οι Γερμανοί πράσινοι, οι Γάλλοι ριζοσπάστες, οι Έλληνες σοσιαλιστές και κεντροδεξιοί… Και τα κατάφεραν!
Η εθνική κρατική εξουσία είναι πλέον μονάχα μια επιτροπή που διαχειρίζεται τις κοινές υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολό της. Η νέα αστική τάξη θριάμβευσε καταστρέφοντας όλες τις πατριαρχικές και ειδυλλιακές σχέσεις. Έσπασε όλους τους πολυποίκιλους μεταφεουδαρχικούς δεσμούς που συνδέανε τον άνθρωπο με τους φυσικούς ανωτέρους του και δεν άφησε κανένα δεσμό ανάμεσα σε άνθρωπο και σε άνθρωπο, εκτός από το γυμνό συμφέρον, από την αναίσθητη «πληρωμή τοις μετρητοίς» ή μηδέν προκαταβολή και πρώτη δόση το 2007!
Έπνιξε στα παγωμένα νερά του του εγωιστικού υπολογισμού τα ιερά ρίγη του ευλαβικού ρεμβασμού, του ιπποτικού ενθουσιασμού, της μικροαστικής μελαγχολίας. Μετέτρεψε την προσωπική αξιοπρέπεια σε εναλλακτική αξία και στη θέση των απειράριθμων γραφτών και των έντιμα αποχτημένων ελευθεριών έβαλε τη μοναδική ασυνείδητη ελευθερία του εμπορίου.
Με μια λέξη, στη θέση της σκεπασμένης με θρησκευτικές και πολιτικές αυταπάτες εκμετάλλευσης, έβαλε την ανοιχτή, ξεδιάντροπή, άμεση, σκληρή εκμετάλλευση.
Η νέα αστική τάξη αφαίρεσε το φωτοστέφανο απ’ όλα. τα ως σήμερα, αξιοσέβαστα επαγγέλματα που τα αντίκριζαν με θρησκευτική ευλάβεια. Τον γιατρό, τον νομικό, τον ποιητή, τον άνθρωπο της επιστήμης, τους μετέτρεψε σε μισθωτούς εργάτες της.
Η εθνική μονομέρεια και ο εθνικός περιορισμός γίνονται όλο και πιο αδύνατα και από τις εθνικές και τοπικές φιλολογίες διαμορφώνεται μια παγκόσμια φιλολογία.
Η νέα αστική τάξη ξέσκισε τον πέπλο του συναισθηματισμού που σκέπαζε τις οικογενειακές σχέσεις και τις έκανε ξεκάθαρες χρηματικές σχέσεις.
Η νέα αστική τάξη όλο και περισσότερο καταργεί το κομμάτιασμα των μέσων παραγωγής, της ιδιοκτησίας και του πληθυσμού. Συσσώρευσε τον πληθυσμό, συνένωσε τα μέσα παραγωγής και συγκέντρωσε την ιδιοκτησία σε λιγοστά χέρια. Η αναγκαία συνέπεια ήταν ο πολιτικός συγκεντρωτισμός. Ανεξάρτητα κράτη με διαφορετικά συμφέροντα, με διαφορετικούς νόμους, κυβερνήσεις και δασμούς και που συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις οικονομικής συμμαχίας προσπαθούν να συσπειρωθούν σε ένα κράτος, σε μια κυβέρνηση, σε ένα νόμο, σε ένα ταξικό συμφέρον, σε μια τελωνειακή ζώνη με ενιαίο νόμισμα.
Ο ουσιαστικός όρος για την ύπαρξη και για την κυριαρχία της νέας αστικής τάξης είναι η συσσώρεύση του πλούτου στα χέρια των ιδιωτών, ο σχηματισμός και η αύξηση του κεφαλαίου με τη βοήθεια της οικολογίας και του εκσυγχρονιστικού σοσιαλισμού.
Η απαραίτητη σοσιαλιστική και οικολογική εσθήτα φτιαγμένη από αραχνοΰφαντες θεωρητικολογίες, κεντημένη με όμορφα ρητορικά λουλούδια, διαποτισμένη με μια πνιγηρή αισθηματική δροσιά, αυτή η απλόχωρη εσθήτα που οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές και οικολόγοι τύλιξαν μέσα της τις λίγες κοκαλιάρικες « αιώνιες αλήθειες » τους, χρησιμεύει μονάχα για την κατανάλωση του εμπορεύματός τους από το κοινό.
Σ’ αυτήν την κατηγορία των πραγματιστών σοσιαλιστών ανήκουν οι οικονομιστές, οι εκσυγχρονιστές, οι φιλάνθρωποι, οι ανθρωπιστές, οι συνδικαλιστές και όλοι εκείνοι που ασχολούνται να καλυτερέψουν την κατάσταση των εργαζομένων τάξεων, οι οργανωτές της αγαθοεργίας, οι οικολόγοι, οι ιδρυτές συλλόγων υπέρ της μετριοπάθειας, οι πιο παρδαλοί ψευτομεταρυθμιστές.
Ο νέος, όμως, Ευρωπαϊκός διαφωτισμός που ξεκίνησε από το κίνημα κόντρα στην παγκοσμιοποίηση και στην νέα τάξη πραγμάτων, αναλύει με πολύ μεγάλη οξύνοια τις αντιφάσεις που υπάρχουν στις σύγχρονες σχέσεις παραγωγής. Ξεσκεπάζει τις υποκριτικές απολογίες των οικονομολόγων. Αποδεικνύει με αδιάψευστο τρόπο τα καταστροφικά αποτελέσματα των μηχανών και του καταμερισμού εργασίας, την συγκέντρωση κεφαλαίων, την υπερπαραγωγή, τις κρίσεις, τον αναγκαστικό αφανισμό τον μικρομεσαίων και των αγροτών, την αθλιότητα των ανθρώπων που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας, την αναρχία στην παραγωγή, την χτυπητή δυσαναλογία στον καταμερισμό του πλούτου, τον εξοντωτικό βιομηχανικό πόλεμο, την διάλυση των παλιών εθίμων, των παλιών οικογενειακών σχέσεων, των παλιών εθνοτήτων…
Η ανάγκη να μεγαλώνει ολοένα την πώληση των προϊόντων της, κυνηγά την νέα αστική τάξη πάνω σ’ όλη τη γήινη σφαίρα. Είναι υποχρεωμένη να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να αποκαθιστά παντού σχέσεις.
Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και αποκλειστικότητας μπαίνει μια ολόπλευρη συναλλαγή, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών…
Τα όπλα, όμως, που χρησιμοποίησε η αστική τάξη για να εγκαταστήσει τη νέα τάξη πραγμάτων στρέφονται τώρα ενάντια στην ίδια την αστική τάξη. Μια καινούργια ιστορική πρωτοβουλία εμφανίζεται στην Ευρώπη. Μια καινούργια πολιτική αναγκαιότητα δημιουργείται σιγά-σιγά. Ένας νέος « αληθινός » Ευρωπαϊκός σοσιαλισμός γεννιέται…
Οι αστικές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, οι αστικές σχέσεις ιδιοκτησίας, η σύγχρονη αστική κοινωνία, που δημιούργησε τόσο ισχυρά μέσα παραγωγής μοιάζει πλέον με τον μάγο εκείνο που δεν καταφέρνει πια να κυριαρχήσει πάνω στις καταχθόνιες δυνάμεις που κάλεσε ο ίδιος…
Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη: το φάντασμα της παγκοσμιοποίησης…

Καρλ Μαρξ
Φρίδριχ Ένγκελς


Για την προσαρμογή στα σημερινά
Χάρρυ Κλυνν

Τρίτη, 25 Απριλίου 2006

ΤΟ ΠΙΑΤΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Για προσέξτε σας παρακαλώ το πορτρέτο της Μόνα Λίζα...
Δε σας θυμίζει τηλεθεατή την ώρα που παρακολουθεί τις δηλώσεις του Αλογοσκούφη στην τηλεόραση;

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2006

ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΣΧΑ... ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Καλό παιδί ο κουμπάρος μου ο Λευτέρης, αλλά έτσι και του μπει κάτι στο μυαλό, άντε να του το βγάλεις.
«Κουμπάρε, δεν γίνετι, φέτους θα κάνουμι Πάσχα στ’ Αγρίνιο. Ιξάλλου μου το υποσχέθηκις»
«Μα...»
Το μάτι του γυάλισε.
«Δεν έχει μα και ξιμά, τ’ αρνί που θα φας στο χωριό, δεν ειν’ αρνί, είναι
βιλούδου!»
Λάδι έβαλα στο παιδί του, δε μπορούσα να αρνηθώ.
Μεγάλη Πέμπτη απογευματάκι μπήκαμε στο Λαντ Ρόβερ, ακούσαμε ίσαμε εκατό φορές τον Πετρέλη να κλαίει και να οδύρεται, «χτύπα κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο…» και φτάσαμε βαλαντωμένοι στο Αγρίνιο.
Το μεγάλο Σάββατο με πήγε μια βόλτα «δίπλα», να δω πως φτιάχνονται οι ρουκέτες.
Καμιά δεκαριά μαντράχαλοι μαζεμένοι μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο μπαρούτι και μασούρια επιδίδονταν με τρόπο τελετουργικό στην κατασκευή των ρουκετών.
Με το που με είδανε να ιδρώνω και να κιτρινίζω βάλανε τα γέλια κι ανάψανε κάνα δυο για πάρω κι εγώ τον αέρα.
Απ’ τον πολύ αέρα τρόμαξα, αλλά ήταν σαν να έκανα καρδιογράφημα… Με την τρομάρα που πήρα από καρδιά περδίκι πρέπει να είμαι.
Το βράδυ βάλαμε τα καλά μας για να πάμε στην Ανάσταση.
Δεν πηγαίναμε καλύτερα στη Βαγδάτη; Αυτό δεν ήταν Ανάσταση, πόλεμος ήτανε! Και να κροτίδες να σκάνε δίπλα μας, και να τα καπνογόνα κι εμείς να χοροπηδάμε σαν τα τραγιά. Μια φωτοβολίδα έπεσε στα γένια του παπά… Μια γριά πήρε φωτιά από μια ρουκέτα…
Αφού γλιτώσαμε από την Ανάσταση γυρίσαμε στο σπίτι να φάμε μαγειρίτσα. Δεν πρόλαβε να μας κατέβει το αντεράκι και ο κουμπάρος ήθελε σώνει και καλά να με πάει στα μπουζούκια να δω πως διασκεδάζει η επαρχία.
Μπορούσα να πω όχι; Λάδι στο παιδί του έβαλα. Πήγαμε και στα μπουζούκια. Ένας κακομοίρης βγήκε να πει Καζαντζίδη και οι θαμώνες άρχισαν να φωνάζουνε.
« Πες κανένα του Πετρέλη.... Χτύπα κι άλλο… »
Άρχισε ο σκύλος το «χτύπα κι άλλο…» και χάθηκε ο δόλιος μέσα στα λουλούδια... Του ήρθε κι ένα καλάθι στο μάτι κι ήρθε κι έδεσε το αυγολέμονο. Πάει ο σκύλος...
Γύρω στις έξι το πρωί γυρίσαμε και κατά τις 7 ο κουμπάρος έβαλε κλαρίνα στο μαγνητόφωνο και άρχισε να φωνάζει.
«Ιλάτε ρε, να του σουφλίσουμι»
Και να ’μαι κι εγώ με μάτι πιο κόκκινο κι απ’ τα κάρβουνα να γυρνάω στην σούβλα το αρνάκι και ο Ζάχος να τραγουδάει στο κασετόφωνο τον Μενούση που
«μεθυσμένος πάει την έσφαξε»
Και να την πέφτουν στο αρνί κουμπάροι, θείοι και ξαδέρφια και να το ξεπετσιάζουν… Και να τα κρασά και τα τσίπουρα...
«Άντε στην υγειά μας, κουμπάρε και του χρόνου με υγεία…»
Ήρθα και έγινα κουνουπίδι.
Κι εκεί που είπα, «ωραία, τη Δευτέρα θα κοιμάμαι μέχρι το μεσημέρι», με ξυπνάει από τα μαύρα χαράματα ο κουμπάρος για να με πάει σε ένα χωριό έξω από το Μεσολόγγι να δω τις ιπποδρομίες του Άη Γιώργη.
Κι εκεί που τρέχανε τα άλογα, παίρνει σβάρνα το ένα τ’ άλλο και γινόμαστε ένα μάτσο χάλια άλογα, θεατές και αναβάτες…
«Μην σηκώνεστε ακόμα τραβάμε», μας λέγανε τα συνεργεία της τηλεόρασης και το βράδυ με είδα αγκαλιά με τον κουμπάρο και μ΄ένα άλογο σε παράθυρο στο Μέγκα.
Και μετά η επιστροφή...
Μέχρι λίγο έξω απ’ το Αγρίνιο καλά ήτανε. Όταν πλησιάζαμε στο Αντίρριο η ουρά έφτανε ίσαμε τα δέκα χιλιόμετρα!
Βλέπαμε τους δυο πύργους απ’ τη γέφυρα, γέφυρα όμως δε βλέπαμε!
«θα ΄γινε κάνα τρακάρισμα πιο μπροστά και ήρθαμε και φρακάραμε…» μονολόγησε ο κουμπάρος μου.
Στα διπλανά μας αυτοκίνητα άρχισαν να βρίζουν την κυβέρνηση…
Δυο άλλοι λέγανε ότι στις εκλογές θα ψηφίσουνε τον Λεπέν!
Ένας άλλος να επιμένει ότι όλα τα κάνουν οι Πασόκοι που κάνουν σαμποτάζ στην κυβέρνηση…
Τελικά, μετά από τέσσερις ώρες περάσαμε τη γέφυρα… Ξανακούσαμε καμιά τριανταριά φορές τον Πετρέλη, «Χτύπα κι άλλο, κι άλλο,
κι άλλο…» και αφού φρακάραμε πενήντα φορές σε ισάριθμα σημεία της Εθνικής οδού, φτάσαμε κατά τις 3 τα ξημερώματα στο Χαλάνδρι.
«Κουμπάρε, δεν μπορείς να πεις; Είχες ξανακάνει τέτοιου Πάσχα;»
«Όχι κουμπάρε», του είπα, «αυτό θα μου μείνει αξέχαστο, ήταν, πράγματι, κάτι το διαφορετικό»
«Στο ’λεγα, αλλά δεν με πίστευες», συμπλήρωσε ο κουμπάρος και έβαλε μπρος το Λαντ Ρόβερ. «Και του χρόνου»
«Του χρόνου κουμπάρε δεν πάω πουθενά, θα κάτσω σπίτι μου», μουρμούρισα.
«Είπες τίποτα, κουμπάρε;»
«Τίποτα, κουμπάρε μου, τίποτα… Και του χρόνου…» απάντησα γρήγορα–γρήγορα κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα.
Μες στην ησυχία της νύχτας άκουγα να σβήνει σιγά-σιγά η φωνή του κουμπάρου μου που κρατούσε σεγκόντο στον Πετρέλη…
«Χτύπα κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο….»

ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

Ξέρετε γιατί έχουμε στην Eλλάδα τόσο πολλά τροχαία ατυχήματα;
Γιατί οι οδηγοί του σήμερα, οδηγούν αυτοκίνητα του αύριο, σε δρόμους του χθες...

Κυριακή, 23 Απριλίου 2006

ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ


ΚΕΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΣ

Eπειδής να πούμε, τη σήμερον ημέρα πολύ το νταβαντούρι περί απεργίαι, ταλαιπωρία του κοινού κατά τας ημέρας των εορτών, κίνδυνος της δημόσιας υγείας και άλλα μπουρμπούτσαλα, δεν ημπορεί να πούμε η πάσα μία κερία κι ο πάσα ένας ομιλάω και σκοτώνω, να μας τη βγαίνει στη στροφή από ραδιόφωνο, φημερίδα και άλλα παρεμφερές και να μας κάνει το κεφάλι γκάιντα, αυτό είναι το σωστό, εκείνο δεν είναι κι έτσι έπρεπε να γίνει και γιατί δεν παρεμβαίνει η κυβέρνησις και δεν υπάρχει ίχνος κοινωνικής ευαισθησίας και του μπογιατζή ο κόπανος...
Kαι επειδής δε γουστάρω να ομιλάω εκτός αγώνος περί ανέμων και ιδρυμάτων, αναφέρομαι εις το θέμα απεργίαι εις τα μέσα μαζική μεταφορά και εις το θέμα απεργίαι των υπαλλήλων καθαριότητος, καθότι τα μέσα κατ’ επανάληψιν εμφανίζουν τους εργαζομένοι ως άτομα ανεύθυνα και μη έχοντα κενωνικήν συνείδησιν.
Kλάμα η κυρία, επειδής, λέει, ταλαιπωρείται το κοινόν...
Ποίον κοινόν ταλαιπωρείται να πούμε από τας απεργίας των λεωφορείων; Kαι σιγά να πούμε την ταλαιπωρία... Παγαίνει να πούμε στη στάση ο χλιμίντζουρας και του λένε, λεωφορείον γιοκ... Eντάξει, ρε παιδιά, τους λέει αυτός και την ξανακάνει πίσω για το σπίτι ή την αράζει στο διπλανό καφενείο και χτυπάει δυο μπουγάτσες κι ένα γαλακτομπούρεκο... Πού την είδατε ρε, την αγανάκτησις και τα τοιαύτα;
Ύστερα να πούμε και τι έγινε αν περπατήσουμε και λίγο; Θα μας λυθεί ο αφαλός;
Eδώ στο γιατρό πας και σου λέει ο άνθρωπος, να περπατάτε. Yπάρχει ρε καλύτερο πράμα από το περπατάειν;
Pίξε να πούμε λίγο περπάτημα να σου φύγουν τα πάκια και οι πατσές...
Έχουμε γίνει όλοι σα χύτρες ταχύτητος από το άραγμα.
Kαλά ρε, όλα για την πάρτη μας να πούμε;
Δια τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων, η σημαία μεσίστιος και κάνουμε την πάπια;
Oι ανθρώποι από τις 365 μέρες το χρόνο απεργούνε τις 150 και καμιά κότα δε συγκινήθηκε να πει, για κάτσε ρε φίλε τι γίνεται ’δω, πως τη βγάζουν οι ανθρώποι;
Kαι έρχομαι εις το θέμα αποκομιδή σκουπιδιών. Kαλά, εδώ είναι που πέφτει η χοντρή η εκμετάλλα, καθότι το σκουπίδι, σκουπίδι είναι και ως σκουπίδι να πούμε, η ευαισθησία μεγαλύτερη, όπερ κι η εκμετάλλα μεγαλύτερη.
Eκμετάλλα και παραπληροφόρησις.
Kατ’ αρχήν, να πούμε, βγαίνουν και λένε οι μακαντάσηδες, συνεχείς αι απεργίαι των υπαλλήλων καθαριότητος και συνεχείς οι στάσεις εργασίας και ξανά συνεχείς και βάλε τα κουκιά να βράσουν...
Που τις είδατε, ρε τσόφλια, τις συνεχείς; Oι ανθρώποι απεργούνε μέρα παρά μέρα... Συνεχείς είναι αυτό;
Kαι αρωτάω, δεν είναι αυτό παραπληροφόρησις; Δεν είναι κατασυκοφάντησις;
Aλλά εκεί να πούμε που πέφτει η χοντρή κλάψα και γίνεται της αλεπούς ο θάνατος είναι η ευαισθησία που πιάνει ορισμένοι δια την δημόσιαν υγείαν και τραβάτε μου τα βυζιά να κατεβάσω γάλα...
Kαλά, είναι να τρελαίνεσαι, δηλαδή, με την υποκρισία και την αναλγησία της άρχουσας τάξης. Kινδυνεύει λένε οι έτσι η υγεία των παιδιών μας!
Σιγά ρε, μη βγάλετε κανένα δάχτυλο. Ποια υγεία των παιδιών σας κινδυνεύει κι από τι; Eπειδής, δηλαδή, μένουν κανά δυό μέρες, άντε μια βδομάδα, το πολύ - πολύ ένα μήνα τα σκουπίδια στο δρόμο;
Eδώ ρε, σε άλλες πόλεις στη Zάμπια και στο Πακιστάν για παράδειγμα, τα σκουπίδια είναι μόνιμα και κανένα παιδί να πούμε δεν έπαθε τίποτα. Ίσα, ίσα που φλομώσανε οι ανθρώποι στο παιδομάνι.
Τρακόσα εκατομμύρια είναι ρε, οι Πακιστανοί κι οι γυναίκες τους γεννοβολάνε σαν κουνέλες μέσα στα σκουπίδια. Πάθανε τίποτα τα παιδιά των Πακιστανών;
Tί δηλαδή, τα δικά μας τα παιδιά είναι καλύτερα από τα δικά τους;
Pε, δεν κόβετε το παραμύθι περί την υγεία των παιδιών λέω ’γω...
Ύστερα, να πούμε, βγαίνουνε κάτι άλλοι στις εφημερίδες κι αμολάνε τις κοτσάνες τους κι όποιον πάρει ο χάρος...
“ Tα νερά της βροχής παρέσυραν τα σκουπίδια και η Αθήνα έγινε μια τεράστια χωματερή ”
Kαι ποιος φταίει γι αυτό, ρε κνόδαλα, οι εργαζομένοι; Kαι τη βροχή στην πλάτη των εργαζομένων θα τη φορτώσουμε;
Kαι οι κερίες και οι κύριοι που κόπτονται για την υγειά μας και την αισθητικήν της πόλεώς μας, γιατί περικαλώ όταν κατεβάζουνε τα σκουπίδια τους δε δένουνε γερά τις σακούλες και γιατί δε μαζεύουνε τις ψωφόγατες και τα βρωμόσκυλά τους που πάνε και τις ξεσκίζουνε. Πάλι οι εγαζομένοι φταίνε, έτσι;
Kαλή η γιαγιά μου, αλλά αν είχε γένια θα ’τανε παππούς...
Έτσι είναι, όλα για την πάρτη μας κι ας τους άλλους να κουρεύονται...
Kαι μετά σου λένε για ευαισθησία και κενωνική συνείδηση!
Bάλε τα λάχανα να βράσουν δηλαδή...

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2006

ΠΑΣΧΑ ΕΛΛΗΝΩΝ

Η διάθεση και η παράδοση για μια μεγάλη ανοιξιάτικη γιορτή, για μια γιορτή αναγέννησης, υπήρχε πάντα στην Ελλάδα.
Ο αγωνιστής Ελληνικός λαός, που εμείς οι βολεμένοι (;) νεοέλληνες τον έχουμε ξεχάσει, κατόρθωσε να επιβιώσει δια μέσω των αιώνων γιατί, όσο εξωπραγματικό κι αν ακούγεται, νοιάστηκε περισσότερο για το αύριο και λιγότερο για το σήμερα.
Η χριστιανική διδασκαλία της Ανάστασης του Χριστού ήταν ό,τι καλύτερο και πιο συμβολικό μπορούσε να συνοδεύσει την χαρά των ανθρώπων, για νέα πνοή δημιουργίας.
Η ψυχική και πνευματική χαρά, από το θρησκευτικό γεγονός της Ανάστασης, συναντήθηκαν με την αναγέννηση της φύσης και δημιούργησαν το Ελληνικό Πάσχα.
Η Λαμπρή είναι η μεγαλύτερη γιορτή των Ελλήνων.
Ημέρα που συμβόλιζε στα σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας την Ανάσταση και την απολύτρωση του Ελληνισμού από τον οθωμανικό ζυγό, και την ελπίδα για ένα ζωντανό μέλλον μετέπειτα.
Τουφεκιές και μπουρλότα έριξαν με το πρώτο άκουσμα του «Χριστός Ανέστη» οι «απ' αιώνος δέσμιοι», όταν ήρθε η ώρα της ελευθερίας θέλοντας να κρατήσουν για πάντα μακριά το σκοτεινό πνεύμα της δουλείας που τους ήθελε σκλαβωμένους επί τέσσερις αιώνες.
Παράλληλα με τους εκφοβιστικούς θορύβους (κρότοι, πυροβολισμοί, σπάσιμο αγγείων κ.λπ.) που αποβλέπουν στη απόδιωξη των κάθε είδους δαιμονικών, το αναστάσιμο φως αποτελεί ένα δεύτερο μεγάλο στοιχείο, που συνοδεύει και πλαισιώνει την Ανάσταση.
«Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός», ψάλλει η Εκκλησία.
Το φως της Αναστάσεως είναι φως «καινούργιο», φως αναγέννησης.
Σβήνονται όλα μέσα στην εκκλησία και όλα ξανανάβουν από την Αναστάσιμη λαμπάδα.
Πέρα από την ψυχική και πνευματική χαρά, από το θρησκευτικό γεγονός της Ανάστασης του Χριστού, η αναγέννηση της ψυχής και του πνεύματος γιορτάζεται στο Ελληνικό Πάσχα.
Κατά πόσο, όμως, εμείς οι νεοέλληνες, βιώνουμε σήμερα το νόημα της Λαμπρής;
Είμαστε έτοιμοι για ένα αληθινό Ελληνικό Πάσχα ή μας αρκεί το εικονικό Πάσχα που συνήθως βιώνουμε τα τελευταία χρόνια του ευδαιμονισμού και της υπερκατανάλωσης που ζούμε;
Πάσχα σημαίνει άραγε να φορτώσουμε στη σχάρα του αυτοκινήτου μας την ηλεκτρική ψησταριά, το ποδήλατο του παιδιού και τις πλαστικές καρέκλες και να ξαμοληθούμε στις ακρογιαλιές, στα βουνά και στα λαγκάδια;
Μήπως έχουμε ήδη αρχίσει να ζούμε μόνο το περιτύλιγμα των παραδόσεών μας ξεχνώντας το περιεχόμενό τους;
Μήπως οδεύουμε με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς προς την δυτικού τύπου ψευδαίσθηση του πολιτισμού;
Προς τον μελαγχολικό πολιτισμό της τηλεόρασης των ριάλιτι σόου, τον απρόσωπο κόσμο των γραπτών τηλεφωνικών μηνυμάτων, τον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας, της μουσικής βαρβαρότητας, της πολιτικής αμετροέπειας και του ευτελισμού των ηθικών αξιών;
Μήπως έχουμε ήδη αποδεχθεί άνευ όρων τον θρίαμβο του περιττού και την επικράτηση της μετριότητας;
Μήπως «δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα», όπως λέει κι ο ποιητής,
«προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα;»
Ένα θαύμα που θα μας απαλλάξει από το μίζερο σήμερα που ζούμε και θα μας οδηγήσει σ΄ ένα αναστάσιμο αύριο ελπίδας και απολύτρωσης;
Σ’ ένα υπέροχο αύριο που όλοι περιμένουμε και που ποτέ δεν έρχεται;

Φταίει άραγε η εποχή της παγκοσμιοποίησης που μετέτρεψε τα όνειρά μας σε εφιάλτες;
Φταίει ο άνεμος του εκσυγχρονισμού που κοντεύει να γίνει θύελλα που θα μας πάρει και θα μας σηκώσει;
Ή μήπως ο θεάνθρωπος άλλαξε γνώμη και δεν έχει διάθεση πλέον να θυσιάζεται για τη σωτηρία του ανθρώπου;
Μονάχα εμείς φταίμε και κανένας άλλος. Εμείς που παύσαμε να ελπίζουμε και να ονειρευόμαστε…
Εμείς που ξοδεύουμε άσκοπα το αύριο των παιδιών μας για συντηρήσουμε το δικό μας άγονο σήμερα…
Εμείς που αμαχητί παραδώσαμε τα όπλα, επειδή στην εποχή μας έλειψαν οι μπροστάρηδες και πέθαναν οι ιδεολογίες…
Εμείς που συμβιβαστήκαμε με την νέα τάξη πραγμάτων και υποταχθήκαμε μετά χαράς στη δύναμη του χρήματος και στους νόμους της αγοράς…
Εμείς που μεταλλαχθήκαμε από πολίτες σε ψηφοφόρους…
Εμείς που δεν τολμήσαμε να γκρεμίσουμε τη ζωή μας για να την φτιάξουμε από την αρχή, αξιοποιώντας την πείρα που αποκομίσαμε από την οδυνηρή διαδρομή μας.
Ήμαστε, όμως, «έτοιμοι» και «θαρραλέοι» για ένα νέο Ελληνικό Πάσχα; Λιγάκι δύσκολο το βλέπω.
Και είναι κρίμα που οι Έλληνες, ο λαός που έχει καταγεγραμμένα στην ιστορία του άπειρα «Πάσχα», να βρίσκονται στις μέρες μας σε μια ατέλειωτη Μεγάλη εβδομάδα, που δε λέει να οδηγήσει στο Μεγάλο Σάββατο της Ανάστασης και της Αναγέννησης…
Ο χρόνος είναι σκληρός και αδυσώπητος όταν προπορεύεται, αλλά μαρτυρικός και ανελέητος όταν δεν λέει να έρθει. Μα είναι βέβαιο πως κάποτε θα έρθει για να μας αφυπνίσει από το λήθαργο της ευρωνάρκωσής μας…
Αν πάλι νοιώθουμε πως αρκετά έχει ήδη καθυστερήσει αυτό το «Πάσχα», ας αρχίσουμε να ετοιμάζουμε από τώρα το βεγγαλικά και τις κροτίδες για να ηχήσουν το βράδυ της Ανάστασης που θα ξημερώσει ξανά το Πάσχα των Ελλήνων…

Σάββατο, 15 Απριλίου 2006

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

«Η γιγαντιαία μηχανή που την χειρίζονται νάνοι λέγεται γραφειοκρατία»
Μπαλζάκ

Ήταν ακόμα πρωί όταν έφτασε ο Κ.
Το κτίριο όπου στεγαζόταν η υπηρεσία ούτε που φαινόταν. Το τύλιγε ομίχλη και σκοτάδι κι ούτε καν μια αχτίδα φωτός να δείχνει ότι εκεί υπήρχε κτίριο.
Ο Κ. ήξερε, όμως, πολύ καλά ότι κάπου εκεί υπήρχε το κτίριο και η υπηρεσία. Άνοιξε βιαστικά το βήμα του όταν κάποιος νεαρός με πρόσωπο θεατρίνου τον πλησίασε από πίσω.
«Υπάρχει κτίριο εδώ;», ρώτησε ο Κ.
«Βεβαίως» αποκρίθηκε αργά ο νεαρός, «ο πύργος του οργανισμού ψυχικού δυναμικού», ενώ και με τα δυο του χέρια ταυτόχρονα του έκλεινε τον δρόμο.
«Μήπως χρειάζεται άδεια για να εισπράξει κανείς αυτά που του χρωστάνε;», ρώτησε απορημένος ο Κ.
«Χρειάζεται άδεια», ήταν η απάντηση που φανέρωνε ξεκάθαρα ειρωνεία και περιφρόνηση.
«Ε, τότε θα πρέπει να πάρω μια άδεια», είπε ο Κ.
«Κι από ποιον παρακαλώ;», ρώτησε ο νεαρός.
«Από τον Διευθυντή», απάντησε ο Κ. «τί άλλο μπορεί να γίνει;»
«Άδεια από τον Διευθυντή μες στα μαύρα χαράματα;», φώναξε ο νεαρός κάνοντας ένα βήμα πίσω, «Δε νομίζω…»
«Τότε, λοιπόν, γιατί με ειδοποιήσατε;», ρώτησε σα χαμένος ο Κ.
«Μα ποιος είστε τέλος πάντων;», ρώτησε με καχυποψία ο νεαρός.
«Επιτρέψτε μου να σας πω ότι είμαι ο προμηθευτής ανταλλακτικών του φωτοαντιγραφικού μηχανήματος του οργανισμού.»
«Ο προμηθευτής;» ακούστηκε διστακτική η φωνή του νεαρού που μάλλον γρήγορα ξανακέρδισε την αυτοπεποίθησή του.
«Και για ποιο λόγο βρίσκεσθε εδώ;», ρώτησε επιθετικά.
«Πρόκειται για την βλάβη του φωτοαντιγραφικού μηχανήματος που εντόπισε ο χειριστής όταν κάλεσε το συνεργείο συντήρησης. Τα ανταλλακτικά του φωτοαντιγραφικού, 3 σύρματα κορώνας αξίας 25.000 δρχ έκαστο, παραδόθηκαν στον οργανισμό από τους βοηθούς μου πριν από 20 χρόνια, αφού τηρήθηκαν πρώτα όλες οι νόμιμες διαδικασίες. Δε νομίζετε ότι είναι καιρός να πάρω κι εγώ τα χρήματά μου;»
«Έχετε μαζί σας τα σχετικά έγγραφα;», ρώτησε επιτιμητικά ο νεαρός, «θέλω να πω, δηλαδή, το πρωτότυπο του εντάλματος με όλα τα συνημμένα δικαιολογητικά. Θα πρέπει να το αντιπαραβάλω με το αντίγραφο του εντάλματος που διαβιβάστηκε στο τμήμα προϋπολογισμού πριν καταχωρηθεί στο ημερολόγιο πληρωμών. Πρέπει να έχετε, δηλαδή, εκτός από το πρωτότυπο τα 4 δικαιολογητικά σε 13 αντίγραφα, καθώς επίσης:
α) Βεβαίωση πραγματοποίησης εργασίας. β) Αίτηση παραγγελίας σε 5 αντίγραφα. γ) Υπηρεσιακό σημείωμα σε 3 αντίγραφα. δ) Ένταλμα πληρωμής σε 4 αντίγραφα.»
Ο Κ. κοίταξε τον νεαρό με μάτια γεμάτα αγωνία. «Έχω μόνο το πρωτότυπο του εντάλματος και ως δικαιούχος ήρθα να εισπράξω το ποσό των 75.000 δρχ, δηλαδή 220 ευρώ και 10 λεπτά, με το σημερινό νόμισμα. Έχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια ξέρετε… Κανονικά η πληρωμή γίνεται μέσα σε 45 μέρες…», ψέλλισε.
«Λυπάμαι πολύ», είπε ο νεαρός, «αλλά, όπως ξέρετε, πρέπει να τηρούνται όλες οι διαδικασίες. Θα σας συμβούλευα να ξεκινήσετε τις διαδικασίες από την αρχή, εκτός και αν δεν σας ενδιαφέρουν τα 220 ευρώ και τα δέκα λεπτά σας» και συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση. «Ζητήστε από τον οικονομικό υπάλληλο της γραμματείας Δημοσίων Σχέσεων την αρχική βεβαίωση πραγματοποίησης εργασίας του συνεργείου που ανέλαβε την συντήρηση του μηχανήματος, μαζί με τα 2 δελτία επισκευής και τα δυο τιμολόγια που εκδόθηκαν. Μ’ αυτά θα βρείτε πολύ εύκολα την αίτηση παραγγελίας που υπέγραψε ο Διευθυντής του τμήματος. Κατόπιν θα πάρετε τα δυο τιμολόγια, την βεβαίωση πραγματοποίησης εργασίας και την αίτηση παραγγελίας την οποία πρέπει να υπογράψει ξανά ο Διευθυντής οικονομικών υπηρεσιών προκειμένου να προωθηθεί στο τμήμα προϋπολογισμού. Στη συνέχεια ο Διευθυντής οικονομικών υπηρεσιών θα εγκρίνει την δαπάνη και θα συντάξει υπηρεσιακό σημείωμα για να διαβιβαστεί στην Ε.Κ.Θ. εσόδων – εξόδων με όλα τα δικαιολογητικά. Από ’κει και πέρα φροντίστε το ένταλμα να προωθηθεί για υπογραφές. Για να μην ταλαιπωρηθείτε θα πρέπει να φροντίσετε να εκδοθούν 4 παραστατικά σε 13 αντίγραφα, να συμπληρωθούν 46 στοιχεία και να τεθούν 21 υπογραφές και από τα 9 αρμόδια τμήματα της υπηρεσίας.»
Ο Κ. στεκόταν ακίνητος και ελάχιστη διάθεση ένιωθε να ξεκολλήσει τα πόδια του. Ο νεαρός ικανοποιημένος που επί τέλους τον ξεφορτώθηκε τρύπωσε γρήγορα-γρήγορα μέσα στο κτίριο από την μισάνοιχτη πόρτα ρίχνοντας μια διαβολική ματιά πίσω του.
«Ωραία περίπτωση για κρίση απελπισίας», αναλογίστηκε ο Κ. «φτάνει να βρισκόμουν εδώ κατά τύχη και όχι με τη θέλησή μου.»
……………………………………………………………………………………………………………………………………
Όχι, αυτό που διαβάσατε δεν είναι απόσπασμα από τον εφιαλτικό «Πύργο» του Κάφκα. Είναι μια απόπειρα «αστειοποίησης» ενός ρεπορτάζ ντοκουμέντου εφημερίδας για την ανθίζουσα γραφειοκρατία μας, που δικαιολογημένα ο συντάκτης του το αποκαλεί «ημερολόγιο καθημερινής τρέλας» της Ελληνικής γραφειοκρατίας.

klynn@harry-klynn.gr

ΑΝ...

Αν περιμένετε την τύχη να σας χτυπήσει την πόρτα, φροντίστε να λείπει η μπάρα, η αλυσίδα να είναι ξεκρέμαστη, η μαγνητική κλειδαριά ξεκλείδωτη και ο συναγερμός κλειστός.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2006

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ:

Δεν εννοεί ποτέ αυτά που λέει και δε λέει ποτέ αυτά που εννοεί.

Αφοσιώνεται με συγκίνηση σ’ αυτά που λες, χωρίς ν’ ακούσει λέξη από όσα είπες.

Όταν δεν έχει να πει κακό για τους αντιπάλους του προτιμάει τη σιωπή.

Λέει «χαίρω πολύ που σας ξαναβλέπω» ακόμα κι όταν σας βλέπει για πρώτη φορά.

Σφίγγει το χέρι των ψηφοφόρων πριν από τις εκλογές και τη ζώνη τους αμέσως μετά την εκλογή του.

Είναι τόσο πολυάσχολος μετά την εκλογή του ώστε δύσκολα βρίσκει χρόνο να πραγματοποιήσει όλα όσα υποσχέθηκε προεκλογικά.

Μπορεί να μιλάει μια ολόκληρη ώρα χωρίς να αναφερθεί ούτε για μια στιγμή στο αντικείμενο της ομιλίας του.

Αλλάζει τα πιστεύω του γρηγορότερα κι από τους υαλοκαθαριστήρες.

Αφού βεβαιωθεί για την πορεία του λαού είναι ο πρώτος που θα μπει μπροστά κρατώντας την σημαία.