Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

17

Επιστρέφω στη φυλακή μου.

Στο βαθύ λάκκο της σιωπής.

Στον άνυδρο κάμπο των αναμνήσεων μεταφέρω τον ρέοντα χρόνο, τις θαμπές πομπές των μισθοφόρων ιδεολογημάτων, τις φτιασιδωμένες επιθυμίες των νυχτερινών αναζητήσεων, τις μυστικές συνάξεις των αφηγήσεων και των ιστορημάτων…

…Όταν σφίγγουν το χέρι ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο…

Επιστρέφω στο μέλλον, στη συντεταγμένη φυγή των ατάκτων, στην προέλαση των υποταγμένων.

Ανεμίζω το λάβαρο των χαμένων ιδεών και χωρίς δισταγμό αυτοχειριάζομαι, αυτοπυρπολούμαι μπρος στα έκπληκτα βλέμματα των επιτυχημένων, των ικανών και των εκλεγμένων…

…Όταν χαμογελάνε ένα μικρό χελιδόνι βγαίνει μέσα απ’ τα’ άγρια γένια τους…

Δεν έχει μάτια το πλήθος, δεν έχει νερό να πιει, αίμα να δώσει.

Δεν έχει ουρανό να σκεπάσει τα απομεινάρια των σκηνωμάτων, τα βαλσαμωμένα αγάλματα, τις προτομές των ηρώων και τα μαυσωλεία…

…Όταν σκοτώνονται η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλ…

Δεν έχει γυρισμό το μεγάλο ποτάμι.

Ρέει και χάνεται σε νεκρικές κοιλάδες, σε σκοτεινούς υπόγειους λαβυρίνθους, σε λεωφόρους με φώτα νέον και επιγραφές, σε εναύλιους χώρους με σκισμένες αφίσες και ξεθωριασμένα συνθήματα…

Όταν σκοτώνονται η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα...

…Δεν έχει γυρισμό το ταξίδι του χρόνου.

Στο κενοτάφιο του μέλλοντός μας διοργανώνουν σεμνή τελετή οι απελεύθεροι με ήχους βαρβαρικούς, λόγους πυρρίχιους και πυροτεχνήματα…

…Κάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους κρατάνε της καμπάνας το σκοινί…

Εικόνες που τρέχουν στον ουρανό σα σύννεφα που εγκυμονούν την καταιγίδα της λήθης, ήχοι που στροβιλίζονται και εφορμούν και μας ματώνουν τα τύμπανα, κραυγές που μας περικυκλώνουν και μας πολιορκούν…

…Προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν, προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση…

Μόνη μας διαφυγή τα ξέφτια της χαμένης μας νεότητας, σελιδοδείκτες στο κλειστό βιβλίο του μέλλοντός μας που ξεχάσαμε στο σκονισμένο ράφι του σήμερα εδώ και 34 χρόνια…